Από την Μαριάντζελα Ψωμαδέλλη
Μια άκρως συγκινητική παράσταση που αγκαλιάζει όλη την ιστορία της Ελλάδος παρακολουθήσαμε πριν μερικές μέρες στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Ο λόγος για “Το Μεγάλο μας Τσίρκο”, το αριστούργημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη με τα τραγούδια σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου που άφησαν εποχή. Το έργο που λογοκρίθηκε έντονα το 1973 στην πρεμιέρα του για το κοινωνικοπολιτικό του περιεχόμενο, ανεβαίνει φέτος στον εμβληματικό χώρο “ΘΕΑΤΡΟΝ”-Κέντρο Πολιτισμού “Ελληνικός Κόσμος” σε σκηνοθεσία του σπουδαίου Πέτρου Ζούλια μ’ένα πολυπληθή θίασο και ζωντανή ορχήστρα.

“Το Μεγάλο μας Τσίρκο” είναι αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα έργα του νεοελληνικού θεάτρου που γράφτηκε μέσα στο φορτισμένο πολιτικό κλίμα της δεκαετίας του 1970 και δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό θεατρικό αφήγημα αλλά μια σκηνική τοιχογραφία της ελληνικής ιστορίας, όπου το σατιρικό στοιχείο συνυπάρχει με τη μνήμη, τον πόνο και την αυτογνωσία.
Η νέα σκηνική εκδοχή του έργου, τη σκηνοθεσία της οποίας υπογράφει ο πολυπράγμων Πέτρος Ζούλιας, επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον σεβασμό προς το ιστορικό βάρος του έργου και στη σύγχρονη θεατρική γλώσσα. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της παράστασης γίνεται σαφές ότι η παράσταση αντιμετωπίζει το κείμενο όχι ως μουσειακό τεκμήριο αλλά ως ζωντανό διάλογο με την ελληνική ταυτότητα. Η σκηνή γίνεται ένας χώρος όπου η ιστορία, η μνήμη και η σάτιρα συναντώνται, δημιουργώντας μια εμπειρία ταυτόχρονα θεατρική και πολιτική.

Η ιστορία παρουσιάζεται ως θέαμα, σχεδόν ως λαϊκό πανηγύρι, όμως κάτω από την επιφάνεια της σάτιρας αποκαλύπτεται μια βαθιά πολιτική και υπαρξιακή αγωνία. Ο σκηνοθέτης στήνει την παράσταση με έντονο ρυθμό και κινησιολογική ζωντάνια, με τις σκηνές να διαδέχονται η μία την άλλη, δημιουργώντας μια αίσθηση συλλογικής μνήμης που αναδύεται μέσα από επεισόδια, τραγούδια και θεατρικές εικόνες ενώ την ίδια στιγμή, αναδεικνύει τον σατιρικό και ταυτόχρονα συγκινησιακό χαρακτήρα του έργου, αξιοποιώντας την εναλλαγή δραματικών και κωμικών στιγμών.
Εκεί όμως που η παράσταση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι στη σύγχρονη ανάγνωση του κειμένου. Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή του, το έργο αποκτά νέες αποχρώσεις και προσθήκες στοιχείων της σύγχρονης πραγματικότητας που στιγμάτισαν τους Έλληνες. Το χιούμορ, συχνά πικρό και ειρωνικό, μοιάζει σήμερα ακόμη πιο αιχμηρό, καθώς αναδεικνύει τη διαχρονική επανάληψη ορισμένων ιστορικών μοτίβων: εξουσία, αυταπάτη, εθνική υπερηφάνεια αλλά και αυτοσαρκασμός. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το κοινό να μην παρακολουθεί απλώς μια αναπαράσταση του παρελθόντος αλλά να καλείται να αναγνωρίσει μέσα σε αυτό και τη δική του εποχή.

Παράλληλα, η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και τα σπουδαία τραγούδια της παράστασης παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ταυτότητα του συνολικού θεάματος καθώς η μουσική εδώ δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδευτικό στοιχείο αλλά ως βασικός αφηγηματικός άξονας. Οι μελωδίες λειτουργούν σαν ιστορικοί σταθμοί, μέσα από τους οποίους περνά η συλλογική εμπειρία ενός λαού καθώς κάθε μουσικό κομμάτι μοιάζει να ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο μνήμης. Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφέρουμε ότι στην παράσταση υπάρχει οκταμελής ζωντανή ορχήστρα με τον Κώστα Τριανταφυλλίδη ως βασικό ερμηνευτή να μαγεύει και να συγκινεί βαθιά το κοινό με τις σπουδαίες φωνητικές του ικανότητες.
Στους δυο κεντρικούς ήρωες και αφηγητές της ιστορίας απολαύσαμε επί σκηνής την Ελεονώρα Ζουγανέλη και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο. Η παρουσία της Ελεωνόρας Ζουγανέλη αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία της παράστασης. Με έντονη σκηνική ενέργεια και εκφραστικότητα, κατορθώνει να συνδυάσει την υποκριτική με τη μουσική ερμηνεία, αποδίδοντας τα τραγούδια του έργου με ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση. Η ερμηνεία της χαρακτηρίζεται από αυθεντικότητα και άμεση επικοινωνία με το κοινό, ενώ η φωνητική της παρουσία ενισχύει τον δραματουργικό ρόλο της μουσικής μέσα στο έργο.

Παράλληλα, ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος μας χάρισε μια ερμηνεία δυναμική και εκφραστική, με έντονη σκηνική παρουσία και κινησιολογία, αποδίδοντας αποτελεσματικά τις διαφορετικές δραματικές στιγμές του έργου, οι οποίες κινούνται ανάμεσα στο σατιρικό και στο δραματικό στοιχείο. Το στοιχείο όμως που μας εξέπληξε πολύ ευχάριστα και ομολογουμένως δεν το γνωρίζαμε είναι οι σπουδαίες φωνητικές του ικανότητες, οι οποίες και απογείωσαν τη συνολική του παρουσία επί σκηνής.
Δίπλα στους δυο πρωταγωνιστές βρίσκεται και ο αγαπημένος μας Γιάννης Ζουγανέλης βάζοντας τη δική του σφραγίδα στην παράσταση. Με την εμπειρία και τη χαρακτηριστική σκηνική του προσωπικότητα, καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σατιρικό και το δραματικό στοιχείο του έργου. Η παρουσία του λειτουργεί συχνά ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των σκηνών, ενώ η θεατρική του άνεση και το χιούμορ του προσδίδουν ζωντάνια και θεατρικότητα στο σύνολο της παράστασης.

Συνολικά, επί σκηνής βρίσκεται ένας πολυπληθής θίασος που απαρτίζεται από τον Κώστα Καζάκα, την Άννα Μονογιού, τον Δημήτρη Καπετανάκο, τον Δημήτρη Γαλάνη, τον Μανώλη Γεραπετρίτη, τον Ευθύμη Γεωργόπουλο, τον Μιχάλη Καζάκα, τον Παναγιώτη Καρμάτη, την Άννα Μαρία Κατσουλάκη, τον Βασίλη Λέμπερο, τον Μάρκο Ξύδη, τον Βασίλη Παπαδημητρίου, την Τάνια Ρόκκα, την Μαριάννα Τουντασάκη, τον Γιώργο Τσούρμα, τον Γιώργο Τσουρουνάκ, τον Ιάσονα Χρόνη και τον Παντελή Ψακίδη. Όλοι οι ηθοποιοί έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό εφαρμόζοντας όλες τις σκηνοθετικές οδηγίες που τους δόθηκαν.
Αισθητικά, η παράσταση αξιοποιεί τη δυναμική του μεγάλου σκηνικού χώρου. Τα σκηνικά που επιμελήθηκε η Μαρία Φιλίππου και τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη δημιουργούν ένα πολυεπίπεδο θεατρικό περιβάλλον που θυμίζει ταυτόχρονα λαϊκό θέατρο, επιθεώρηση και ιστορικό δράμα. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε και τη Μελίνα Μάσχα που επιμελήθηκε τους φωτισμούς συμβάλλοντας καθοριστικά στην ατμόσφαιρα της παράστασης. Έτσι το «τσίρκο» της ιστορίας παρουσιάζεται ως μια διαρκής εναλλαγή ρόλων, όπου οι ήρωες, οι ηγεμόνες και οι απλοί άνθρωποι εμφανίζονται σαν φιγούρες ενός μεγάλου θεάματος.
Η παράσταση “Το Μεγάλο μας Τσίρκο” στο Θέατρον- Κέντρο Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος αποδεικνύει ότι το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη παραμένει εξαιρετικά ανθεκτικό στον χρόνο. Πρόκειται για μια παράσταση που τιμά το κλασικό έργο, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να το επανασυστήσει στο σύγχρονο κοινό. Αξίζει να την παρακολουθήσετε.
Καλή σας θέαση!





